Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανισεπίπεδος

/a.ni.seˈpi.pe.ðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αποτελείται από άνισα (μεταξύ τους) επίπεδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανισεπίπεδος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνισεπίπεδος. Συγχρονικά αναλύεται σε ανισ- (άνισος) + επίπεδος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισεπίπεδοςανισεπίπεδηανισεπίπεδο
Γενικήανισεπίπεδουανισεπίπεδηςανισεπίπεδου
Αιτιατικήανισεπίπεδοανισεπίπεδηανισεπίπεδο
Κλητικήανισεπίπεδεανισεπίπεδηανισεπίπεδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανισεπίπεδοιανισεπίπεδεςανισεπίπεδα
Γενικήανισεπίπεδωνανισεπίπεδωνανισεπίπεδων
Αιτιατικήανισεπίπεδουςανισεπίπεδεςανισεπίπεδα
Κλητικήανισεπίπεδοιανισεπίπεδεςανισεπίπεδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →