Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανομβρία

/a.noɱˈvɾi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μετεωρολογίαη έλλειψη βροχής (& μεταφορικά) Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ανομπριά (ιδιωματικό, λαϊκότροπο)

Ετυμολογία

ανομβρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνομβρία < ἄνομβρος (άβροχος, άνομβρος). Συγχρονικά αναλύεται σε αν- στερητικό + όμβρ(ος) + -ία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανομβρίαανομβρίες
Γενικήανομβρίαςανομβριών
Αιτιατικήανομβρίαανομβρίες
Κλητικήανομβρίαανομβρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →