Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανομοίωση

/a.noˈmi.o.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η μεταβολή του χαρακτήρα ενός φθόγγου ή φωνήματος ώστε να διαφοροποιηθεί από όμοιο γειτονικό ή κοντινό του Βικιλεξικό
    • [ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ]
    • Στις λέξεις γραπτός - γραφτός έχουμε ανομοίωση [pt] > [ft] με μετατροπή του κλειστού συμφώνου [p] σε εξακολουθητικό [f] ώστε να διαφοροποιηθεί από το κλειστό [t].
  2. στα αρχαία ελληνικάη τροπή δασέος συμφώνου στο αντίστοιχο ψιλό, όταν στην επόμενη συλλαβή ακολουθεί άλλο δασύ Βικιλεξικό
    • τριχός [tɾi.kʰós] αντί θριχός [tʰɾi.kʰós] (θρίξ), ἐτέθην [e.tétʰɛːn] αντί ἐθέθην [e.tʰétʰɛːn]

Ετυμολογία

ανομοίωση: < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνομοίω(σις) + -ση (< ἀν- + ὁμοίωσις < ὁμοιόω < ὅμοιος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dissimilation ή από τη γερμανική Dissimilation. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ομοίωση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανομοίωσηανομοιώσεις
Γενικήανομοίωσηςανομοιώσεων
Αιτιατικήανομοίωσηανομοιώσεις
Κλητικήανομοίωσηανομοιώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →