ανομοίωση
•
- η μεταβολή του χαρακτήρα ενός φθόγγου ή φωνήματος ώστε να διαφοροποιηθεί από όμοιο γειτονικό ή κοντινό του Βικιλεξικό
- [ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ]
- Στις λέξεις γραπτός - γραφτός έχουμε ανομοίωση [pt] > [ft] με μετατροπή του κλειστού συμφώνου [p] σε εξακολουθητικό [f] ώστε να διαφοροποιηθεί από το κλειστό [t].
- στα αρχαία ελληνικάη τροπή δασέος συμφώνου στο αντίστοιχο ψιλό, όταν στην επόμενη συλλαβή ακολουθεί άλλο δασύ Βικιλεξικό
- τριχός [tɾi.kʰós] αντί θριχός [tʰɾi.kʰós] (θρίξ), ἐτέθην [e.tétʰɛːn] αντί ἐθέθην [e.tʰétʰɛːn]
Ετυμολογία
ανομοίωση: < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνομοίω(σις) + -ση (< ἀν- + ὁμοίωσις < ὁμοιόω < ὅμοιος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dissimilation ή από τη γερμανική Dissimilation. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ομοίωση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανομοίωση | ανομοιώσεις |
| Γενική | ανομοίωσης | ανομοιώσεων |
| Αιτιατική | ανομοίωση | ανομοιώσεις |
| Κλητική | ανομοίωση | ανομοιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →