ανομοιώνω
•
- διαφοροποιώ Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαπροκαλώ ανομοίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανομοιώνω < (ελληνιστική κοινή) / ἀνομιόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανομοιώνω | ανομοιώνεις | ανομοιώνει | ανομοιώνουμε | ανομοιώνετε | ανομοιώνουν / ανομοιώνουνε |
| Παρατατικός | ανομοίωνα | ανομοίωνες | ανομοίωνε | ανομοιώναμε | ανομοιώνατε | ανομοίωναν / ανομοιώναν / ανομοιώνανε |
| Αόριστος | ανομοίωσα | ανομοίωσες | ανομοίωσε | ανομοιώσαμε | ανομοιώσατε | ανομοίωσαν / ανομοιώσαν / ανομοιώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανομοιώνω / θα ανομοιώσω | θα ανομοιώνεις / θα ανομοιώσεις | θα ανομοιώνει / θα ανομοιώσει | θα ανομοιώνουμε / θα ανομοιώσουμε | θα ανομοιώνετε / θα ανομοιώσετε | θα ανομοιώνουν / θα ανομοιώνουνε / θα ανομοιώσουν / θα ανομοιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανομοιώσει | έχεις ανομοιώσει | έχει ανομοιώσει | έχουμε ανομοιώσει | έχετε ανομοιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανομοιώσει | είχες ανομοιώσει | είχε ανομοιώσει | είχαμε ανομοιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανομοιώσει / να ανομοιώνω / να ανομοιώσω | να έχεις ανομοιώσει / να ανομοιώνεις / να ανομοιώσεις | να έχει ανομοιώσει / να ανομοιώνει / να ανομοιώσει | να έχουμε ανομοιώσει / να ανομοιώνουμε / να ανομοιώσουμε | να έχετε ανομοιώσει / να ανομοιώνετε / να ανομοιώσετε | να ανομοιώνουν / να ανομοιώνουνε / να ανομοιώσουν / να ανομοιώσουνε |
| Προστακτική | — | ανομοίωνε / ανομοίωσε | — | — | ανομοιώνετε / ανομοιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →