ανορθογραφία
•
- το ορθογραφικό λάθος Βικιλεξικό
- η ιδιότητα του ανορθόγραφου Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι αταίριαστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανορθογραφία < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνορθογραφία (μαρτυρείται από το 1871). Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + ορθογραφία < ορθο- + -γραφία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανορθογραφία | ανορθογραφίες |
| Γενική | ανορθογραφίας | ανορθογραφιών |
| Αιτιατική | ανορθογραφία | ανορθογραφίες |
| Κλητική | ανορθογραφία | ανορθογραφίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →