ανορθογραφώ
•
- κάνω ορθογραφικά λάθη Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: ανορθογράφω
Ετυμολογία
ανορθογραφώ, μαρτυρείται από το 1851: ἀνορθογραφῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε ανορθό(γραφος)^((μαρτυρείται από το 1856)) + -γραφώ (γράφω) ή αν- στερητικό +ορθογραφώ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανορθογραφώ | ανορθογραφείς | ανορθογραφεί | ανορθογραφούμε | ανορθογραφείτε | ανορθογραφούν / ανορθογραφούνε |
| Παρατατικός | ανορθογραφούσα | ανορθογραφούσες | ανορθογραφούσε | ανορθογραφούσαμε | ανορθογραφούσατε | ανορθογραφούσαν / ανορθογραφούσανε |
| Αόριστος | ανορθογράφησα | ανορθογράφησες | ανορθογράφησε | ανορθογραφήσαμε | ανορθογραφήσατε | ανορθογράφησαν / ανορθογραφήσαν / ανορθογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα ανορθογραφήσω / θα ανορθογραφώ | θα ανορθογραφήσεις / θα ανορθογραφείς | θα ανορθογραφήσει / θα ανορθογραφεί | θα ανορθογραφήσουμε / θα ανορθογραφούμε | θα ανορθογραφήσετε / θα ανορθογραφείτε | θα ανορθογραφήσουν / θα ανορθογραφήσουνε / θα ανορθογραφούν / θα ανορθογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανορθογραφήσει | έχεις ανορθογραφήσει | έχει ανορθογραφήσει | έχουμε ανορθογραφήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανορθογραφήσει | είχες ανορθογραφήσει | είχε ανορθογραφήσει | είχαμε ανορθογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανορθογραφήσει / να ανορθογραφήσω / να ανορθογραφώ | να έχεις ανορθογραφήσει / να ανορθογραφήσεις / να ανορθογραφείς | να έχει ανορθογραφήσει / να ανορθογραφήσει / να ανορθογραφεί | να έχουμε ανορθογραφήσει / να ανορθογραφήσουμε / να ανορθογραφούμε | να ανορθογραφήσετε / να ανορθογραφείτε | να ανορθογραφήσουν / να ανορθογραφήσουνε / να ανορθογραφούν / να ανορθογραφούνε |
| Προστακτική | — | ανορθογράφησε | — | — | ανορθογραφήστε / ανορθογραφείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανορθογραφήθηκαανορθογραφούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →