ανορθολογικός
•
- που δεν είναι ορθολογικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανορθολογικός < αν- + ορθολογικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανορθολογικός | ανορθολογική | ανορθολογικό |
| Γενική | ανορθολογικού | ανορθολογικής | ανορθολογικού |
| Αιτιατική | ανορθολογικό | ανορθολογική | ανορθολογικό |
| Κλητική | ανορθολογικέ | ανορθολογική | ανορθολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανορθολογικοί | ανορθολογικές | ανορθολογικά |
| Γενική | ανορθολογικών | ανορθολογικών | ανορθολογικών |
| Αιτιατική | ανορθολογικούς | ανορθολογικές | ανορθολογικά |
| Κλητική | ανορθολογικοί | ανορθολογικές | ανορθολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →