Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανορθολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν είναι ορθολογικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανορθολογικός < αν- + ορθολογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθολογικόςανορθολογικήανορθολογικό
Γενικήανορθολογικούανορθολογικήςανορθολογικού
Αιτιατικήανορθολογικόανορθολογικήανορθολογικό
Κλητικήανορθολογικέανορθολογικήανορθολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθολογικοίανορθολογικέςανορθολογικά
Γενικήανορθολογικώνανορθολογικώνανορθολογικών
Αιτιατικήανορθολογικούςανορθολογικέςανορθολογικά
Κλητικήανορθολογικοίανορθολογικέςανορθολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →