ορθολογικός
•
- που είναι σύμφωνος με τον ορθό λόγο, τη λογική Βικιλεξικό
- το ζητούμενο είναι η ορθολογική διαχείριση των οικονομικών μας
Ετυμολογία
ορθολογικός < ορθολογ(ισμός) + -ικός → δείτε ορθός, ορθο-, λογικός και λόγος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθολογικός | ορθολογική | ορθολογικό |
| Γενική | ορθολογικού | ορθολογικής | ορθολογικού |
| Αιτιατική | ορθολογικό | ορθολογική | ορθολογικό |
| Κλητική | ορθολογικέ | ορθολογική | ορθολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθολογικοί | ορθολογικές | ορθολογικά |
| Γενική | ορθολογικών | ορθολογικών | ορθολογικών |
| Αιτιατική | ορθολογικούς | ορθολογικές | ορθολογικά |
| Κλητική | ορθολογικοί | ορθολογικές | ορθολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →