Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανορθωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ανόρθωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ηλεκτρολογίαπου έχει σχέση με τον ανορθωτή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανορθωτικός < ανορθώνω + -τικός # ανορθωτικός < ανορθωτής + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθωτικόςανορθωτικήανορθωτικό
Γενικήανορθωτικούανορθωτικήςανορθωτικού
Αιτιατικήανορθωτικόανορθωτικήανορθωτικό
Κλητικήανορθωτικέανορθωτικήανορθωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανορθωτικοίανορθωτικέςανορθωτικά
Γενικήανορθωτικώνανορθωτικώνανορθωτικών
Αιτιατικήανορθωτικούςανορθωτικέςανορθωτικά
Κλητικήανορθωτικοίανορθωτικέςανορθωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →