ανορθωτικός
•
- που έχει σχέση με την ανόρθωση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- ηλεκτρολογίαπου έχει σχέση με τον ανορθωτή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανορθωτικός < ανορθώνω + -τικός # ανορθωτικός < ανορθωτής + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανορθωτικός | ανορθωτική | ανορθωτικό |
| Γενική | ανορθωτικού | ανορθωτικής | ανορθωτικού |
| Αιτιατική | ανορθωτικό | ανορθωτική | ανορθωτικό |
| Κλητική | ανορθωτικέ | ανορθωτική | ανορθωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανορθωτικοί | ανορθωτικές | ανορθωτικά |
| Γενική | ανορθωτικών | ανορθωτικών | ανορθωτικών |
| Αιτιατική | ανορθωτικούς | ανορθωτικές | ανορθωτικά |
| Κλητική | ανορθωτικοί | ανορθωτικές | ανορθωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →