Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανοχή

/a.noˈçi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το αποτέλεσμα του ανέχομαι Βικιλεξικό
  2. το αποτέλεσμα του ανέχομαι Βικιλεξικό
  3. το αποτέλεσμα του ανέχομαι Βικιλεξικό
  4. παρωχημένοτο αποτέλεσμα του ανέχομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανοχή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνοχή < ἀνέχω < ἔχω :* όριο ανεκτικότητας < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tolérance :* οίκος ανοχής < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική maison de tolérance

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανοχήανοχές
Γενικήανοχήςανοχών
Αιτιατικήανοχήανοχές
Κλητικήανοχήανοχές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →