Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κυβέρνηση

/ciˈveɾ.ni.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους και το σύνολο των προσώπων που την ασκούν Βικιλεξικό
    • Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος.
    • Στην Ελλάδα επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος ορίζει τους υπόλοιπους υπουργούς.

Ετυμολογία

κυβέρνηση (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυβέρνη(σις) (κυβέρνηση πλοίου, διοίκηση πόλης) + -ση (<κυβερνάω) & σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική governo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκυβέρνησηκυβερνήσεις
Γενικήκυβέρνησηςκυβερνήσεων
Αιτιατικήκυβέρνησηκυβερνήσεις
Κλητικήκυβέρνησηκυβερνήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →