κυβέρνηση
•
- η εκτελεστική εξουσία ενός κράτους και το σύνολο των προσώπων που την ασκούν Βικιλεξικό
- Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος.
- Στην Ελλάδα επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος ορίζει τους υπόλοιπους υπουργούς.
Ετυμολογία
κυβέρνηση (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυβέρνη(σις) (κυβέρνηση πλοίου, διοίκηση πόλης) + -ση (<κυβερνάω) & σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική governo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κυβέρνηση | κυβερνήσεις |
| Γενική | κυβέρνησης | κυβερνήσεων |
| Αιτιατική | κυβέρνηση | κυβερνήσεις |
| Κλητική | κυβέρνηση | κυβερνήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →