αντέγγραφο
•
- νομικός όροςέγγραφο με το οποίο ακυρώνεται ή ανατρέπεται η αποδεικτική ισχύς άλλου εγγράφου Βικιλεξικό
- Με το νέο φορολογικό καθεστώς νομική και φορολογική ισχύ αποκτούν τα λεγόμενα «αντέγγραφα», δηλαδή στοιχεία όπως επιταγές, συναλλαγματικές κ.λπ. τα οποία συνήθως κατάσχουν οι φοροελεγκτές και από τα οποία προκύπτουν ακριβή στοιχεία για οικονομικές συναλλαγές που δηλώθηκαν ανακριβώς στην Εφορία, όπως για παράδειγμα οι αγορές ακινήτων. Τα «αντέγγραφα» μπορεί να αποδεικνύουν, για παράδειγμα, ότι η πραγματική τιμή πώλησης ενός ακινήτου ήταν 250.000 και όχι η αντικειμενική αξία του ακινήτου που ανέρχεται στα 130.000 ευρώ όπως αναγράφει το συμβόλαιο. (*)
- ανταπάντηση, αντεπιστολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντέγγραφο < αντι- + έγγραφο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντέγγραφο | αντέγγραφα |
| Γενική | αντέγγραφου / αντεγγράφου | αντέγγραφων / αντεγγράφων |
| Αιτιατική | αντέγγραφο | αντέγγραφα |
| Κλητική | αντέγγραφο | αντέγγραφα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →