Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντίθετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται απέναντι από κάποιον Βικιλεξικό
    • στην αντίθετη όχθη
  2. που είναι ενάντιος σε κάποια κατάσταση, που διαφωνεί Βικιλεξικό
    • τόσην ώρα προσπαθώ να σου εξηγήσω ότι δεν είμαι αντίθετος στην προσπάθεια που γίνεται αλλά υπάρχει και καλύτερος τρόπος
  3. που είναι ανάποδος ή αντίστροφος Βικιλεξικό
    • τα δύο σήματα δείχνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις
  4. διαφορετικός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντίθετος < αρχαία ελληνική ἀντίθετος < ἀντί + τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντίθετοςαντίθετηαντίθετο
Γενικήαντίθετουαντίθετηςαντίθετου
Αιτιατικήαντίθετοαντίθετηαντίθετο
Κλητικήαντίθετεαντίθετηαντίθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντίθετοιαντίθετεςαντίθετα
Γενικήαντίθετωναντίθετωναντίθετων
Αιτιατικήαντίθετουςαντίθετεςαντίθετα
Κλητικήαντίθετοιαντίθετεςαντίθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →