Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιθετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντίθεση, δηλώνει ή δημιουργεί αντίθεση Βικιλεξικό
    • Η δομή, πρωταρχική και βασική, στην πραγματικότητα περιορίζεται σε μια αρχετυπική σύγκρουση αντιθετικών ζευγαριών: του Καλού με το Κακό, του Ανθρώπου με το Κτήνος, της Γυναίκας με τον Άντρα, του Παιδιού με τον Ενήλικο, του Πολιτισμού με τη Φύση. (Μαρί Λου, Πρόμαχος, εκδ. Πατάκης, 2016, μεταφραστής Αλέξης Καλοφωλιάς)

Ετυμολογία

αντιθετικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀντίθετος < ἀντί + τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιθετικόςαντιθετικήαντιθετικό
Γενικήαντιθετικούαντιθετικήςαντιθετικού
Αιτιατικήαντιθετικόαντιθετικήαντιθετικό
Κλητικήαντιθετικέαντιθετικήαντιθετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιθετικοίαντιθετικέςαντιθετικά
Γενικήαντιθετικώναντιθετικώναντιθετικών
Αιτιατικήαντιθετικούςαντιθετικέςαντιθετικά
Κλητικήαντιθετικοίαντιθετικέςαντιθετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →