αντίκλινο
•
- γεωλογίαη προς τα πάνω καμπή, πτύχωση του εδάφους σε σημείο που τα πετρώματα είναι κυρτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντίκλινο < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anticline < αρχαία ελληνική ἀντί (αντί-) + κλίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντίκλινο | αντίκλινα |
| Γενική | αντίκλινου / αντικλίνου | αντικλίνων |
| Αιτιατική | αντίκλινο | αντίκλινα |
| Κλητική | αντίκλινο | αντίκλινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →