σύγκλινο
•
- γεωλογίαη προς τα κάτω καμπή του εδάφους σε σημείο που τα πετρώματα είναι κυρτά Βικιλεξικό
- γαστρονομίαάλλη γραφή του σύγγλινο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγκλινο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σύγκλινον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του ελληνιστικού σύγκλινος (ομόκλινος & συνδαιτημόνας σε συμπόσιο, συγκλίτης), λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική syncline < αρχαία ελληνική σύν (σύγ-) + -κλινος < κλίνη (κρεβάτι) < κλίνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →