Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανταγωνισμός

/an.da.ɣo.niˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταγωνίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανταγωνισμός, ήδη από το 1866 ως ἀνταγωνισμός < ανταγωνίζομαι, ανταγωνισ- + -μός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική competition ή από τη γαλλική compétition

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανταγωνισμόςανταγωνισμοί
Γενικήανταγωνισμούανταγωνισμών
Αιτιατικήανταγωνισμόανταγωνισμούς
Κλητικήανταγωνισμέανταγωνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →