ανταγωνισμός
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανταγωνίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανταγωνισμός, ήδη από το 1866 ως ἀνταγωνισμός < ανταγωνίζομαι, ανταγωνισ- + -μός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική competition ή από τη γαλλική compétition
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανταγωνισμός | ανταγωνισμοί |
| Γενική | ανταγωνισμού | ανταγωνισμών |
| Αιτιατική | ανταγωνισμό | ανταγωνισμούς |
| Κλητική | ανταγωνισμέ | ανταγωνισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →