αγωνίζομαι
•
- ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο Βικιλεξικό
- Αγωνίστηκε να σώσει το σπίτι του, αλλά τελικά του το κατάσχεσαν
- Είναι δίκαια κορυφαίος. Αγωνίστηκε πολύ σκληρά για να φτάσει εκεί.
- Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)
- συμμετέχω σε αγώνα Βικιλεξικό
- προσπαθώ σκληρά να αποδυναμώσω κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αγωνίζομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγωνίζομαι :* για τους δύο τελευταίους ορισμούς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωνίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγωνίζομαι | αγωνίζεσαι | αγωνίζεται | αγωνιζόμαστε | αγωνίζεστε | αγωνίζονται |
| Παρατατικός | αγωνιζόμουν / αγωνιζόμουνα | αγωνιζόσουν / αγωνιζόσουνα | αγωνιζόταν / αγωνιζότανε | αγωνιζόμασταν / αγωνιζόμαστε | αγωνιζόσασταν / αγωνιζόσαστε | αγωνίζονταν / αγωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | αγωνίστηκα | αγωνίστηκες | αγωνίστηκε | αγωνιστήκαμε | αγωνιστήκατε | αγωνίστηκαν / αγωνιστήκαν / αγωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αγωνίζομαι / θα αγωνιστώ | θα αγωνίζεσαι / θα αγωνιστείς | θα αγωνίζεται / θα αγωνιστεί | θα αγωνιζόμαστε / θα αγωνιστούμε | θα αγωνίζεστε / θα αγωνιστείτε | θα αγωνίζονται / θα αγωνιστούν / θα αγωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγωνιστεί | έχεις αγωνιστεί | έχει αγωνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγωνιστεί | είχες αγωνιστεί | είχε αγωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αγωνιστεί / να αγωνίζομαι / να αγωνιστώ | να έχεις αγωνιστεί / να αγωνίζεσαι / να αγωνιστείς | να έχει αγωνιστεί / να αγωνίζεται / να αγωνιστεί | να αγωνιζόμαστε / να αγωνιστούμε | να αγωνίζεστε / να αγωνιστείτε | να αγωνίζονται / να αγωνιστούν / να αγωνιστούνε |
| Προστακτική | — | αγωνίζου / αγωνίσου | — | — | αγωνίζεστε / αγωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →