Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αγωνίζομαι

/a.ɣoˈni.zo.me/ρήμα
•
  1. ο αγώνας και η καταβολή μεγάλης προσπάθειας για κάποιο στόχο Βικιλεξικό
    • Αγωνίστηκε να σώσει το σπίτι του, αλλά τελικά του το κατάσχεσαν
    • Είναι δίκαια κορυφαίος. Αγωνίστηκε πολύ σκληρά για να φτάσει εκεί.
    • Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)
  2. συμμετέχω σε αγώνα Βικιλεξικό
  3. προσπαθώ σκληρά να αποδυναμώσω κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αγωνίζομαι < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀγωνίζομαι :* για τους δύο τελευταίους ορισμούς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωνίζομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαγωνίζομαιαγωνίζεσαιαγωνίζεταιαγωνιζόμαστεαγωνίζεστεαγωνίζονται
Παρατατικόςαγωνιζόμουν / αγωνιζόμουνααγωνιζόσουν / αγωνιζόσουνααγωνιζόταν / αγωνιζότανεαγωνιζόμασταν / αγωνιζόμαστεαγωνιζόσασταν / αγωνιζόσαστεαγωνίζονταν / αγωνιζόντουσαν
Αόριστοςαγωνίστηκααγωνίστηκεςαγωνίστηκεαγωνιστήκαμεαγωνιστήκατεαγωνίστηκαν / αγωνιστήκαν / αγωνιστήκανε
Μέλλονταςθα αγωνίζομαι / θα αγωνιστώθα αγωνίζεσαι / θα αγωνιστείςθα αγωνίζεται / θα αγωνιστείθα αγωνιζόμαστε / θα αγωνιστούμεθα αγωνίζεστε / θα αγωνιστείτεθα αγωνίζονται / θα αγωνιστούν / θα αγωνιστούνε
Παρακείμενοςέχω αγωνιστείέχεις αγωνιστείέχει αγωνιστεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αγωνιστείείχες αγωνιστείείχε αγωνιστεί———
Υποτακτικήνα έχω αγωνιστεί / να αγωνίζομαι / να αγωνιστώνα έχεις αγωνιστεί / να αγωνίζεσαι / να αγωνιστείςνα έχει αγωνιστεί / να αγωνίζεται / να αγωνιστείνα αγωνιζόμαστε / να αγωνιστούμενα αγωνίζεστε / να αγωνιστείτενα αγωνίζονται / να αγωνιστούν / να αγωνιστούνε
Προστακτική—αγωνίζου / αγωνίσου——αγωνίζεστε / αγωνιστείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →