αντεξετάζω
•
- εξετάζω με τη σειρά μου Βικιλεξικό
- αντιπαραβάλλω, συγκρίνω Βικιλεξικό
- νομικός όροςεξετάζω κατ’ αντιπαράσταση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντεξετάζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντεξετάζω | αντεξετάζεις | αντεξετάζει | αντεξετάζουμε | αντεξετάζετε | αντεξετάζουν / αντεξετάζουνε |
| Παρατατικός | αντεξέταζα | αντεξέταζες | αντεξέταζε | αντεξετάζαμε | αντεξετάζατε | αντεξέταζαν / αντεξετάζαν / αντεξετάζανε |
| Αόριστος | αντεξέτασα | αντεξέτασες | αντεξέτασε | αντεξετάσαμε | αντεξετάσατε | αντεξέτασαν / αντεξετάσαν / αντεξετάσανε |
| Μέλλοντας | θα αντεξετάζω / θα αντεξετάσω | θα αντεξετάζεις / θα αντεξετάσεις | θα αντεξετάζει / θα αντεξετάσει | θα αντεξετάζουμε / θα αντεξετάσουμε | θα αντεξετάζετε / θα αντεξετάσετε | θα αντεξετάζουν / θα αντεξετάζουνε / θα αντεξετάσουν / θα αντεξετάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντεξετάσει | έχεις αντεξετάσει | έχει αντεξετάσει | έχουμε αντεξετάσει | έχετε αντεξετάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντεξετάσει | είχες αντεξετάσει | είχε αντεξετάσει | είχαμε αντεξετάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντεξετάσει / να αντεξετάζω / να αντεξετάσω | να έχεις αντεξετάσει / να αντεξετάζεις / να αντεξετάσεις | να έχει αντεξετάσει / να αντεξετάζει / να αντεξετάσει | να έχουμε αντεξετάσει / να αντεξετάζουμε / να αντεξετάσουμε | να έχετε αντεξετάσει / να αντεξετάζετε / να αντεξετάσετε | να αντεξετάζουν / να αντεξετάζουνε / να αντεξετάσουν / να αντεξετάσουνε |
| Προστακτική | — | αντεξέταζε / αντεξέτασε | — | — | αντεξετάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αντεξετάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →