Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντεξετάζω

ρήμα
•
  1. εξετάζω με τη σειρά μου Βικιλεξικό
  2. αντιπαραβάλλω, συγκρίνω Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςεξετάζω κατ’ αντιπαράσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντεξετάζω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντεξετάζωαντεξετάζειςαντεξετάζειαντεξετάζουμεαντεξετάζετεαντεξετάζουν / αντεξετάζουνε
Παρατατικόςαντεξέταζααντεξέταζεςαντεξέταζεαντεξετάζαμεαντεξετάζατεαντεξέταζαν / αντεξετάζαν / αντεξετάζανε
Αόριστοςαντεξέτασααντεξέτασεςαντεξέτασεαντεξετάσαμεαντεξετάσατεαντεξέτασαν / αντεξετάσαν / αντεξετάσανε
Μέλλονταςθα αντεξετάζω / θα αντεξετάσωθα αντεξετάζεις / θα αντεξετάσειςθα αντεξετάζει / θα αντεξετάσειθα αντεξετάζουμε / θα αντεξετάσουμεθα αντεξετάζετε / θα αντεξετάσετεθα αντεξετάζουν / θα αντεξετάζουνε / θα αντεξετάσουν / θα αντεξετάσουνε
Παρακείμενοςέχω αντεξετάσειέχεις αντεξετάσειέχει αντεξετάσειέχουμε αντεξετάσειέχετε αντεξετάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντεξετάσειείχες αντεξετάσειείχε αντεξετάσειείχαμε αντεξετάσει——
Υποτακτικήνα έχω αντεξετάσει / να αντεξετάζω / να αντεξετάσωνα έχεις αντεξετάσει / να αντεξετάζεις / να αντεξετάσειςνα έχει αντεξετάσει / να αντεξετάζει / να αντεξετάσεινα έχουμε αντεξετάσει / να αντεξετάζουμε / να αντεξετάσουμενα έχετε αντεξετάσει / να αντεξετάζετε / να αντεξετάσετενα αντεξετάζουν / να αντεξετάζουνε / να αντεξετάσουν / να αντεξετάσουνε
Προστακτική—αντεξέταζε / αντεξέτασε——αντεξετάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αντεξετάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →