αντιαγγειογένεση
•
- ιατρικήη πρόληψη και η αποτροπή της διαδικασίας αγγειογένεσης καθώς και η προσπάθεια στέρησης των καρκινικών όγκων από την παροχή αίματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιαγγειογένεση < αντι- + αγγειογένεση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιαγγειογένεση | αντιαγγειογενέσεις |
| Γενική | αντιαγγειογένεσης | αντιαγγειογενέσεων |
| Αιτιατική | αντιαγγειογένεση | αντιαγγειογενέσεις |
| Κλητική | αντιαγγειογένεση | αντιαγγειογενέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →