βλέννα
•
- ημιδιάφανο, γλοιώδες και πυκνόρρευστο υγρό που εκκρίνουν κάποιοι αδένες Βικιλεξικό
- το γλοιώδες και παχύρρευστο έκκριμα της μύτης Βικιλεξικό
- βοτανικήιξώδης ουσία κάποιων φυτών (π.χ. λινάρι) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλέννα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βλέννα, βλεννός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλέννα | βλέννες |
| Γενική | βλέννας | βλεννών |
| Αιτιατική | βλέννα | βλέννες |
| Κλητική | βλέννα | βλέννες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →