αντιγράφω
•
- δημιουργώ κάτι που είναι όσο το δυνατόν πιο ίδιο με ένα πρότυπο Βικιλεξικό
- ειδικότεραγράφω κοιτάζοντας παράνομα το κείμενο κάποιου άλλου ή κάποιο βιβλίο ή κάποιο σκονάκι Βικιλεξικό
- μεταφορικάμιμούμαι κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιγράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀντιγράφω (απαντάω γραπτά σε γραπτό άλλου) (ελληνιστικήἀντιγράφομαι: κάνω επίσημο αντίγραφο), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική copier Συγχρονικά αναλύεται σε αντι- + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιγράφω | αντιγράφεις | αντιγράφει | αντιγράφουμε | αντιγράφετε | αντιγράφουν / αντιγράφουνε |
| Παρατατικός | αντέγραφα | αντέγραφες | αντέγραφε | αντιγράφαμε | αντιγράφατε | αντέγραφαν / αντιγράφαν / αντιγράφανε |
| Αόριστος | αντέγραψα | αντέγραψες | αντέγραψε | αντιγράψαμε | αντιγράψατε | αντέγραψαν / αντιγράψαν / αντιγράψανε |
| Μέλλοντας | θα αντιγράφω / θα αντιγράψω | θα αντιγράφεις / θα αντιγράψεις | θα αντιγράφει / θα αντιγράψει | θα αντιγράφουμε / θα αντιγράψουμε | θα αντιγράφετε / θα αντιγράψετε | θα αντιγράφουν / θα αντιγράφουνε / θα αντιγράψουν / θα αντιγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιγράψει | έχεις αντιγράψει | έχει αντιγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιγράψει | είχες αντιγράψει | είχε αντιγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιγράψει / να αντιγράφω / να αντιγράψω | να έχεις αντιγράψει / να αντιγράφεις / να αντιγράψεις | να έχει αντιγράψει / να αντιγράφει / να αντιγράψει | να αντιγράφουμε / να αντιγράψουμε | να αντιγράφετε / να αντιγράψετε | να αντιγράφουν / να αντιγράφουνε / να αντιγράψουν / να αντιγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε αντιγραμμένο / αντίγραφε / αντίγραψε | — | — | αντιγράφετε / αντιγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →