αντιγραφικός
•
- που έχει σχέση με την αντιγραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιγραφικός < αντιγραφή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιγραφικός | αντιγραφική | αντιγραφικό |
| Γενική | αντιγραφικού | αντιγραφικής | αντιγραφικού |
| Αιτιατική | αντιγραφικό | αντιγραφική | αντιγραφικό |
| Κλητική | αντιγραφικέ | αντιγραφική | αντιγραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιγραφικοί | αντιγραφικές | αντιγραφικά |
| Γενική | αντιγραφικών | αντιγραφικών | αντιγραφικών |
| Αιτιατική | αντιγραφικούς | αντιγραφικές | αντιγραφικά |
| Κλητική | αντιγραφικοί | αντιγραφικές | αντιγραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →