Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιγραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αντιγραφή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιγραφικός < αντιγραφή + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιγραφικόςαντιγραφικήαντιγραφικό
Γενικήαντιγραφικούαντιγραφικήςαντιγραφικού
Αιτιατικήαντιγραφικόαντιγραφικήαντιγραφικό
Κλητικήαντιγραφικέαντιγραφικήαντιγραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιγραφικοίαντιγραφικέςαντιγραφικά
Γενικήαντιγραφικώναντιγραφικώναντιγραφικών
Αιτιατικήαντιγραφικούςαντιγραφικέςαντιγραφικά
Κλητικήαντιγραφικοίαντιγραφικέςαντιγραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →