Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανείζω

/ðaˈni.zo/ρήμα
•
  1. δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει Βικιλεξικό
    • Του δάνεισα το βιβλίο μου.
  2. δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο Βικιλεξικό
    • Η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς.
  3. μεταφορικάπροσφέρω κάτι που μου ανήκει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δανείζω < Ενεργητικές σημασίες < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δανείζω. Παθητικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter. → δείτε δάνειον και δάνειος

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδανείζωδανείζειςδανείζειδανείζουμεδανείζετεδανείζουν / δανείζουνε
Παρατατικόςδάνειζα / δανειζόμουναδάνειζεςδάνειζεδανείζαμεδανείζατεδάνειζαν / δανείζαν / δανείζανε
Αόριστοςδάνεισαδάνεισεςδάνεισεδανείσαμεδανείσατεδάνεισαν / δανείσαν / δανείσανε
Μέλλονταςθα δανείζω / θα δανείσωθα δανείζεις / θα δανείσειςθα δανείζει / θα δανείσει / θα δανειστείθα δανείζουμε / θα δανείσουμεθα δανείζετε / θα δανείσετεθα δανείζουν / θα δανείζουνε / θα δανείσουν / θα δανείσουνε
Παρακείμενοςέχω δανείσειέχεις δανείσει————
Υπερσυντέλικοςείχα δανείσειείχες δανείσει————
Υποτακτικήνα έχω δανείσει / να δανείζω / να δανείσωνα έχεις δανείσει / να δανείζεις / να δανείσειςνα δανείζει / να δανείσει / να δανειστείνα δανείζουμε / να δανείσουμενα δανείζετε / να δανείσετενα δανείζουν / να δανείζουνε / να δανείσουν / να δανείσουνε
Προστακτική—δάνειζε / δάνεισε——δανείζετε / δανείστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

δανείστηκαδανείζομαιδανειζόμουν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →