δανείζω
•
- δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει Βικιλεξικό
- Του δάνεισα το βιβλίο μου.
- δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο Βικιλεξικό
- Η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς.
- μεταφορικάπροσφέρω κάτι που μου ανήκει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δανείζω < Ενεργητικές σημασίες < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δανείζω. Παθητικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική emprunter. → δείτε δάνειον και δάνειος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δανείζω | δανείζεις | δανείζει | δανείζουμε | δανείζετε | δανείζουν / δανείζουνε |
| Παρατατικός | δάνειζα / δανειζόμουνα | δάνειζες | δάνειζε | δανείζαμε | δανείζατε | δάνειζαν / δανείζαν / δανείζανε |
| Αόριστος | δάνεισα | δάνεισες | δάνεισε | δανείσαμε | δανείσατε | δάνεισαν / δανείσαν / δανείσανε |
| Μέλλοντας | θα δανείζω / θα δανείσω | θα δανείζεις / θα δανείσεις | θα δανείζει / θα δανείσει / θα δανειστεί | θα δανείζουμε / θα δανείσουμε | θα δανείζετε / θα δανείσετε | θα δανείζουν / θα δανείζουνε / θα δανείσουν / θα δανείσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δανείσει | έχεις δανείσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δανείσει | είχες δανείσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δανείσει / να δανείζω / να δανείσω | να έχεις δανείσει / να δανείζεις / να δανείσεις | να δανείζει / να δανείσει / να δανειστεί | να δανείζουμε / να δανείσουμε | να δανείζετε / να δανείσετε | να δανείζουν / να δανείζουνε / να δανείσουν / να δανείσουνε |
| Προστακτική | — | δάνειζε / δάνεισε | — | — | δανείζετε / δανείστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δανείστηκαδανείζομαιδανειζόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →