Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιιικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου καταπολεμά τους ιούς Βικιλεξικό
    • Σημαντική μείωση του κινδύνου νοσηλείας και θανάτου λόγω της COVID-19 σε άτομα που μολύνθηκαν από τον ιό επιφέρει η χορήγηση των αντιιικών φαρμάκων στη χώρα μας. (Κορωνοϊός: Εσωσαν ζωές τα αντιιικά φάρμακα, εφημερίδα Καθημερινή, 22/08/2023)
  2. πληροφορικήπου καταπολεμά τους ιούς Βικιλεξικό
    • (ουσιαστικοποιημένο) αντιιικό: το σχετικό υπολογιστικό πρόγραμμα

Ετυμολογία

αντιιικός < αντι- + ιικός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antiviral. Συγκρίνετε με το αντιικός. :* για την πληροφορική: μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική antivirus

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιιικόςαντιιικήαντιιικό
Γενικήαντιιικούαντιιικήςαντιιικού
Αιτιατικήαντιιικόαντιιικήαντιιικό
Κλητικήαντιιικέαντιιικήαντιιικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντιιικοίαντιιικέςαντιιικά
Γενικήαντιιικώναντιιικώναντιιικών
Αιτιατικήαντιιικούςαντιιικέςαντιιικά
Κλητικήαντιιικοίαντιιικέςαντιιικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →