Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικίνητρο

/an.diˈci.ni.tɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κίνητρο που αποτρέπει ή εξουδετερώνει άλλο κίνητρο ή κάποια ανεπιθύμητη ενέργεια, εξέλιξη ή κατάσταση Βικιλεξικό
    • Η πολλαπλή φορολόγηση αποτελεί αντικίνητρο για τον Έλληνα επιχειρηματία την ώρα που σε γειτονικές βαλκανικές χώρες η φορολογία είναι πάρα πολύ χαμηλή και αποτελεί πόλο έλξης και πεδίο επενδύσεων της ελληνικής μεταποίησης και βιοτεχνίας. (* Εφημερίδα των Συντακτών)

Ετυμολογία

αντικίνητρο (νεολογισμός) < αντι- + κίνητρο, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική counter incentive

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντικίνητροαντικίνητρα
Γενικήαντικίνητρου / αντικινήτρουαντικινήτρων
Αιτιατικήαντικίνητροαντικίνητρα
Κλητικήαντικίνητροαντικίνητρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →