Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κίνητρο

/ˈci.ni.tɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο λόγος που κάνει κάποιος μια συγκεκριμένη ενέργεια Βικιλεξικό
    • τα κίνητρα του υποψηφίου για την προεδρία μπορεί ο καθένας να μαντέψει εύκολα
  2. κάτι που δημιουργεί θετικό κλίμα ή παρέχει σε κάποιον θετικούς λόγους, για να κάνει μια ορισμένη ενέργεια Βικιλεξικό
    • ο υψηλός φορολογικός συντελεστής είναι τεράστιο κίνητρο φοροδιαφυγής (Το Βήμα, Ιδέες κατά της φοροδιαφυγής, 17 Οκτ. 2010)

Ετυμολογία

κίνητρο < (κινώ) κινη- + -τρο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική motif. Διαφορετικό το ελληνιστικό κίνητρον (κουτάλα για ανακάτεμα).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκίνητροκίνητρα
Γενικήκίνητρου / κινήτρουκινήτρων
Αιτιατικήκίνητροκίνητρα
Κλητικήκίνητροκίνητρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →