αντικαταβολή
•
- η πληρωμή μέρους ή, συνήθως, του συνόλου της αξίας κάποιου εμπορεύματος, που έχει αποσταλεί με ταχυδρομικό τρόπο, τη στιγμή που παραλαμβάνεται Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) το ποσόν που πρέπει να πληρωθεί
- οικονομίαη πώληση ή αγορά χρηματιστηριακών τίτλων με πληρωμή μόνο τμήματος του αντιτίμου, ενώ για το υπόλοιπο υπάρχει προθεσμία καταβολής του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικαταβολή < αντικαταβάλλω + -η (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική contre remboursement)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικαταβολή | αντικαταβολές |
| Γενική | αντικαταβολής | αντικαταβολών |
| Αιτιατική | αντικαταβολή | αντικαταβολές |
| Κλητική | αντικαταβολή | αντικαταβολές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →