καταβάλλω
•
- νικάω Βικιλεξικό
- υπερισχύω ενός αντιπάλου
- εξαντλώ τις σωματικές ή ψυχικές δυνάμεις κάποιου, κουράζω Βικιλεξικό
- αυτή η ζέστη με καταβάλλει
- τον κατέβαλε η ασθένεια, μοιάζει δέκα χρόνια μεγαλύτερος
- πληρώνω Βικιλεξικό
- πληρώνω χρηματικό ποσό
- ξοδεύω δυνάμεις για επίτευξη σκοπού Βικιλεξικό
- πρέπει να καταβάλω πολλούς κόπους, πολλές προσπάθειες, πολλή φροντίδα για τα το πετύχω αυτό
Ετυμολογία
καταβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταβάλλω < κατά (κατα- + βάλλω & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική accabler
Άλλοι τύποι
κατέβαλακατέβαλλακαταβάλλομαικαταβάλωκαταβαλλόμουνκαταβεβλημένοςκαταβλήθηκακαταβλημένοςκατεβλήθη3o
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →