αντικειμενοποιημένος
•
- που έχει αντικειμενοποιηθεί Βικιλεξικό
- ιδέα που έχει υλοποιηθεί ή έστω εκφραστεί συμβολικά σε υλικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικειμενοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντικειμενοποιώ
Άλλοι τύποι
αντικειμενοποιημένααντικειμενοποιημένεαντικειμενοποιημένεςαντικειμενοποιημένηαντικειμενοποιημένηςαντικειμενοποιημένοαντικειμενοποιημένοιαντικειμενοποιημένοςαντικειμενοποιημένουαντικειμενοποιημένουςαντικειμενοποιημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →