Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντικειμενοποιημένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει αντικειμενοποιηθεί Βικιλεξικό
  2. ιδέα που έχει υλοποιηθεί ή έστω εκφραστεί συμβολικά σε υλικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντικειμενοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αντικειμενοποιώ

Άλλοι τύποι

αντικειμενοποιημένααντικειμενοποιημένεαντικειμενοποιημένεςαντικειμενοποιημένηαντικειμενοποιημένηςαντικειμενοποιημένοαντικειμενοποιημένοιαντικειμενοποιημένοςαντικειμενοποιημένουαντικειμενοποιημένουςαντικειμενοποιημένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →