αντικοινωνικός
•
- ακοινώνητος Βικιλεξικό
- που αντιτίθεται στην κοινωνία και τους κοινωνικούς θεσμούς ή είναι εχθρικός προς αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντικοινωνικός < αντι- + κοινωνικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική antisocial)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικοινωνικός | αντικοινωνική | αντικοινωνικό |
| Γενική | αντικοινωνικού | αντικοινωνικής | αντικοινωνικού |
| Αιτιατική | αντικοινωνικό | αντικοινωνική | αντικοινωνικό |
| Κλητική | αντικοινωνικέ | αντικοινωνική | αντικοινωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αντικοινωνικοί | αντικοινωνικές | αντικοινωνικά |
| Γενική | αντικοινωνικών | αντικοινωνικών | αντικοινωνικών |
| Αιτιατική | αντικοινωνικούς | αντικοινωνικές | αντικοινωνικά |
| Κλητική | αντικοινωνικοί | αντικοινωνικές | αντικοινωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →