κοινωνώ
•
- κοινωνώ-είς, -εί..., πρτ.: κοινωνούσα, αόρ.: κοινώνησα, παθ.φωνή: (κοινωνούμαι), π.αόρ.: κοινωνήθηκα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςκοινωνάω/κοινωνώ-άς, -άει..., πρτ.: κοινωνούσα/κοινώναγα, αόρ.: κοινώνησα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος (προφορικό) Βικιλεξικό
- εκκλησιαστικός όροςκοινωνάω/κοινωνώ-άς, -άει..., πρτ.: κοινωνούσα/κοινώναγα, αόρ.: κοινώνησα, μτχ.π.π.: κοινωνημένος (προφορικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινωνώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κοινωνῶ (κλίση κοινωνέω, αρχαία σημασία: «παίρνω μέρος») < κοινωνών (σύντροφος), κοινωνός < κοινός
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | — | κοινωνείς / κοινωνείσαι | κοινωνεί / κοινωνείται | — | κοινωνείστε / κοινωνείτε | — |
| Παρατατικός | κοινωνούμουν | κοινωνούσουν | κοινωνούνταν | κοινωνούμασταν | κοινωνούσασταν / κοινωνούσαστε | κοινωνούνταν |
| Αόριστος | — | — | — | — | — | κοινωνηθήκαν / κοινωνηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κοινωνηθώ | θα κοινωνείς / θα κοινωνείσαι / θα κοινωνηθείς | θα κοινωνεί / θα κοινωνείται / θα κοινωνηθεί | θα κοινωνηθούμε | θα κοινωνείστε / θα κοινωνείτε / θα κοινωνηθείτε | θα κοινωνηθούν / θα κοινωνηθούνε |
| Παρακείμενος | έχω κοινωνηθεί | έχεις κοινωνηθεί | έχει κοινωνηθεί | έχουμε κοινωνηθεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοινωνηθεί | είχες κοινωνηθεί | είχε κοινωνηθεί | είχαμε κοινωνηθεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοινωνηθεί / να κοινωνηθώ | να έχεις κοινωνηθεί / να κοινωνείς / να κοινωνείσαι / να κοινωνηθείς | να έχει κοινωνηθεί / να κοινωνεί / να κοινωνείται / να κοινωνηθεί | να έχουμε κοινωνηθεί / να κοινωνηθούμε | να κοινωνείστε / να κοινωνείτε / να κοινωνηθείτε | να κοινωνηθούν / να κοινωνηθούνε |
| Προστακτική | — | κοινωνήσου / κοινώνει | — | — | κοινωνείστε / κοινωνείτε / κοινωνηθείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοινωνούμαι | — | — | κοινωνούμαστε | — | κοινωνούνται |
| Παρατατικός | — | — | — | κοινωνούμαστε | — | — |
| Αόριστος | κοινωνήθηκα | κοινωνήθηκες | κοινωνήθηκε | κοινωνηθήκαμε | κοινωνηθήκατε | κοινωνήθηκαν |
| Μέλλοντας | θα κοινωνούμαι | — | — | θα κοινωνούμαστε | — | θα κοινωνούνται |
| Υποτακτική | να κοινωνούμαι | — | — | να κοινωνούμαστε | — | να κοινωνούνται |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →