ορθολογιστής
•
- αυτός που ακολουθεί το φιλοσοφικό ρεύμα του ορθολογισμού Βικιλεξικό
- αυτός που ενεργεί με βάση τον ορθό λόγο και όχι τον μυστικισμό ή το συναίσθημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ορθολογιστής < ορθολογ(ισμός) + -ιστής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ορθολογιστής | ορθολογιστές |
| Γενική | ορθολογιστή | ορθολογιστών |
| Αιτιατική | ορθολογιστή | ορθολογιστές |
| Κλητική | ορθολογιστή | ορθολογιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →