αντιπατριώτης
•
- αυτός που δεν διακατέχεται από πατριωτικά αισθήματα Βικιλεξικό
- ειδικότεραο προδότης Βικιλεξικό
- μειωτικόγια πολιτικό αντίπαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιπατριώτης < αντι- + πατριώτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιπατριώτης | αντιπατριώτες |
| Γενική | αντιπατριώτη | αντιπατριωτών |
| Αιτιατική | αντιπατριώτη | αντιπατριώτες |
| Κλητική | αντιπατριώτη | αντιπατριώτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →