Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιπατριώτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν διακατέχεται από πατριωτικά αισθήματα Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραο προδότης Βικιλεξικό
  3. μειωτικόγια πολιτικό αντίπαλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιπατριώτης < αντι- + πατριώτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιπατριώτηςαντιπατριώτες
Γενικήαντιπατριώτηαντιπατριωτών
Αιτιατικήαντιπατριώτηαντιπατριώτες
Κλητικήαντιπατριώτηαντιπατριώτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →