οικειοποίηση
•
- η ενέργεια του οικειοποιούμαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
οικειοποίηση < οικειοποιη- (οικειοποιούμαι) + καθαρεύουσα -σις > -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οικειοποίηση | οικειοποιήσεις |
| Γενική | οικειοποίησης | οικειοποιήσεων |
| Αιτιατική | οικειοποίηση | οικειοποιήσεις |
| Κλητική | οικειοποίηση | οικειοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →