Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιστάθμιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αντισταθμίζω Βικιλεξικό
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αντισταθμίζω Βικιλεξικό
  3. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αντισταθμίζω Βικιλεξικό
  4. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αντισταθμίζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιστάθμιση < μεσαιωνική ελληνική ἀντιστάθμισις < (ελληνιστική κοινή) < ἀντί + σταθμίζω < σταθμόν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαντιστάθμισηαντισταθμίσεις
Γενικήαντιστάθμισηςαντισταθμίσεων
Αιτιατικήαντιστάθμισηαντισταθμίσεις
Κλητικήαντιστάθμισηαντισταθμίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →