Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντισταθμίζω

/an.di.staˈθmi.zo/ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάβάζω ένα από τα σταθμά, ένα αντίβαρο, στην πλευρά που παρουσιάζει κλίση, προκειμένου να φέρω ισορροπία Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεπιφέρω μια ισορροπία, μια εξίσωση Βικιλεξικό
    • Αντιθέτως, στην Ελλάδα η κατάρρευση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από τη δειλή επανεκκίνηση των δημόσιων έργων και κυρίως των οδικών αξόνων. (* εφημερίδα Το Βήμα)
  3. ναυτικός όροςμε διάφορα μέσα και τρόπους προσπαθώ να μειώσω την επίδραση και επιρροή των μεταλλικών μερών ενός πλοίου στην κατάδειξη μιας πυξίδας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντισταθμίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντισταθμίζω < ἀντί + σταθμίζω < σταθμόν : για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contrebalancer ή compenser

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντισταθμίζωαντισταθμίζειςαντισταθμίζειαντισταθμίζουμεαντισταθμίζετεαντισταθμίζουν / αντισταθμίζουνε
Παρατατικόςαντιστάθμιζααντιστάθμιζεςαντιστάθμιζεαντισταθμίζαμεαντισταθμίζατεαντιστάθμιζαν / αντισταθμίζαν / αντισταθμίζανε
Αόριστοςαντιστάθμισααντιστάθμισεςαντιστάθμισεαντισταθμίσαμεαντισταθμίσατεαντιστάθμισαν / αντισταθμίσαν / αντισταθμίσανε
Μέλλονταςθα αντισταθμίζω / θα αντισταθμίσωθα αντισταθμίζεις / θα αντισταθμίσειςθα αντισταθμίζει / θα αντισταθμίσειθα αντισταθμίζουμε / θα αντισταθμίσουμεθα αντισταθμίζετε / θα αντισταθμίσετεθα αντισταθμίζουν / θα αντισταθμίζουνε / θα αντισταθμίσουν / θα αντισταθμίσουνε
Παρακείμενοςέχω αντισταθμίσειέχεις αντισταθμίσειέχει αντισταθμίσειέχουμε αντισταθμίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αντισταθμίσειείχες αντισταθμίσειείχε αντισταθμίσει———
Υποτακτικήνα έχω αντισταθμίσει / να αντισταθμίζω / να αντισταθμίσωνα έχεις αντισταθμίσει / να αντισταθμίζεις / να αντισταθμίσειςνα έχει αντισταθμίσει / να αντισταθμίζει / να αντισταθμίσεινα έχουμε αντισταθμίσει / να αντισταθμίζουμε / να αντισταθμίσουμενα αντισταθμίζετε / να αντισταθμίσετενα αντισταθμίζουν / να αντισταθμίζουνε / να αντισταθμίσουν / να αντισταθμίσουνε
Προστακτική—αντιστάθμιζε / αντιστάθμισε——αντισταθμίζετε / αντισταθμίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αντισταθμίστηκααντισταθμίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →