αντισταθμίζω
•
- κυριολεκτικάβάζω ένα από τα σταθμά, ένα αντίβαρο, στην πλευρά που παρουσιάζει κλίση, προκειμένου να φέρω ισορροπία Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπιφέρω μια ισορροπία, μια εξίσωση Βικιλεξικό
- Αντιθέτως, στην Ελλάδα η κατάρρευση της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από τη δειλή επανεκκίνηση των δημόσιων έργων και κυρίως των οδικών αξόνων. (* εφημερίδα Το Βήμα)
- ναυτικός όροςμε διάφορα μέσα και τρόπους προσπαθώ να μειώσω την επίδραση και επιρροή των μεταλλικών μερών ενός πλοίου στην κατάδειξη μιας πυξίδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντισταθμίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀντισταθμίζω < ἀντί + σταθμίζω < σταθμόν : για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική contrebalancer ή compenser
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντισταθμίζω | αντισταθμίζεις | αντισταθμίζει | αντισταθμίζουμε | αντισταθμίζετε | αντισταθμίζουν / αντισταθμίζουνε |
| Παρατατικός | αντιστάθμιζα | αντιστάθμιζες | αντιστάθμιζε | αντισταθμίζαμε | αντισταθμίζατε | αντιστάθμιζαν / αντισταθμίζαν / αντισταθμίζανε |
| Αόριστος | αντιστάθμισα | αντιστάθμισες | αντιστάθμισε | αντισταθμίσαμε | αντισταθμίσατε | αντιστάθμισαν / αντισταθμίσαν / αντισταθμίσανε |
| Μέλλοντας | θα αντισταθμίζω / θα αντισταθμίσω | θα αντισταθμίζεις / θα αντισταθμίσεις | θα αντισταθμίζει / θα αντισταθμίσει | θα αντισταθμίζουμε / θα αντισταθμίσουμε | θα αντισταθμίζετε / θα αντισταθμίσετε | θα αντισταθμίζουν / θα αντισταθμίζουνε / θα αντισταθμίσουν / θα αντισταθμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντισταθμίσει | έχεις αντισταθμίσει | έχει αντισταθμίσει | έχουμε αντισταθμίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντισταθμίσει | είχες αντισταθμίσει | είχε αντισταθμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντισταθμίσει / να αντισταθμίζω / να αντισταθμίσω | να έχεις αντισταθμίσει / να αντισταθμίζεις / να αντισταθμίσεις | να έχει αντισταθμίσει / να αντισταθμίζει / να αντισταθμίσει | να έχουμε αντισταθμίσει / να αντισταθμίζουμε / να αντισταθμίσουμε | να αντισταθμίζετε / να αντισταθμίσετε | να αντισταθμίζουν / να αντισταθμίζουνε / να αντισταθμίσουν / να αντισταθμίσουνε |
| Προστακτική | — | αντιστάθμιζε / αντιστάθμισε | — | — | αντισταθμίζετε / αντισταθμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αντισταθμίστηκααντισταθμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →