σταθμά
•
- μονάδα μέτρησηςμεταλλικά σώματα με γνωστό και συγκεκριμένο βάρος, που τα βάζουμε στη μία μεριά μιας ζυγαριάς, προκειμένου να ζυγίσουμε κάτι με άγνωστο βάρος στην άλλη μεριά της ζυγαριάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σταθμά < δεύτερος πληθυντικός αριθμός του σταθμός < αρχαία ελληνική σταθμά
Άλλοι τύποι
σταθμέσταθμοίσταθμούσταθμούςσταθμόσταθμόςσταθμών
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →