αντιστήριγμα
•
- αρχιτεκτονικήδοκάρι ή κατασκευή που στηρίζει ένα οικοδόμημα Βικιλεξικό
- μεταφορικάυποστήριξη, στήριγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιστήριγμα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική στήριγμα < στηρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αντιστήριγμα | αντιστηρίγματα |
| Γενική | αντιστηρίγματος | αντιστηριγμάτων |
| Αιτιατική | αντιστήριγμα | αντιστηρίγματα |
| Κλητική | αντιστήριγμα | αντιστηρίγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →