αντιστηρίζω
•
- αρχιτεκτονικήτοποθετώ αντιστηρίγματα και μ’ αυτόν τον τρόπο στηρίζω μια κατασκευή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αντιστηρίζω < αρχαία ελληνική ἀντιστηρίζω < ἀντί + στηρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αντιστηρίζω | αντιστηρίζεις | αντιστηρίζει | αντιστηρίζουμε | αντιστηρίζετε | αντιστηρίζουν / αντιστηρίζουνε |
| Παρατατικός | αντιστήριζα | αντιστήριζες | αντιστήριζε | αντιστηρίζαμε | αντιστηρίζατε | αντιστήριζαν / αντιστηρίζαν / αντιστηρίζανε |
| Αόριστος | αντιστήρισα | αντιστήρισες | αντιστήρισε | αντιστηρίσαμε | αντιστηρίσατε | αντιστήρισαν / αντιστηρίσαν / αντιστηρίσανε |
| Μέλλοντας | θα αντιστηρίζω / θα αντιστηρίσω | θα αντιστηρίζεις / θα αντιστηρίσεις | θα αντιστηρίζει / θα αντιστηρίσει | θα αντιστηρίζουμε / θα αντιστηρίσουμε | θα αντιστηρίζετε / θα αντιστηρίσετε | θα αντιστηρίζουν / θα αντιστηρίζουνε / θα αντιστηρίσουν / θα αντιστηρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αντιστηρίσει | έχεις αντιστηρίσει | έχει αντιστηρίσει | έχουμε αντιστηρίσει | έχετε αντιστηρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αντιστηρίσει | είχες αντιστηρίσει | είχε αντιστηρίσει | είχαμε αντιστηρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αντιστηρίσει / να αντιστηρίζω / να αντιστηρίσω | να έχεις αντιστηρίσει / να αντιστηρίζεις / να αντιστηρίσεις | να έχει αντιστηρίσει / να αντιστηρίζει / να αντιστηρίσει | να έχουμε αντιστηρίσει / να αντιστηρίζουμε / να αντιστηρίσουμε | να έχετε αντιστηρίσει / να αντιστηρίζετε / να αντιστηρίσετε | να αντιστηρίζουν / να αντιστηρίζουνε / να αντιστηρίσουν / να αντιστηρίσουνε |
| Προστακτική | — | αντιστήριζε / αντιστήρισε | — | — | αντιστηρίζετε / αντιστηρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →