Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντιστηρίζω

ρήμα
•
  1. αρχιτεκτονικήτοποθετώ αντιστηρίγματα και μ’ αυτόν τον τρόπο στηρίζω μια κατασκευή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντιστηρίζω < αρχαία ελληνική ἀντιστηρίζω < ἀντί + στηρίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαντιστηρίζωαντιστηρίζειςαντιστηρίζειαντιστηρίζουμεαντιστηρίζετεαντιστηρίζουν / αντιστηρίζουνε
Παρατατικόςαντιστήριζααντιστήριζεςαντιστήριζεαντιστηρίζαμεαντιστηρίζατεαντιστήριζαν / αντιστηρίζαν / αντιστηρίζανε
Αόριστοςαντιστήρισααντιστήρισεςαντιστήρισεαντιστηρίσαμεαντιστηρίσατεαντιστήρισαν / αντιστηρίσαν / αντιστηρίσανε
Μέλλονταςθα αντιστηρίζω / θα αντιστηρίσωθα αντιστηρίζεις / θα αντιστηρίσειςθα αντιστηρίζει / θα αντιστηρίσειθα αντιστηρίζουμε / θα αντιστηρίσουμεθα αντιστηρίζετε / θα αντιστηρίσετεθα αντιστηρίζουν / θα αντιστηρίζουνε / θα αντιστηρίσουν / θα αντιστηρίσουνε
Παρακείμενοςέχω αντιστηρίσειέχεις αντιστηρίσειέχει αντιστηρίσειέχουμε αντιστηρίσειέχετε αντιστηρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αντιστηρίσειείχες αντιστηρίσειείχε αντιστηρίσειείχαμε αντιστηρίσει——
Υποτακτικήνα έχω αντιστηρίσει / να αντιστηρίζω / να αντιστηρίσωνα έχεις αντιστηρίσει / να αντιστηρίζεις / να αντιστηρίσειςνα έχει αντιστηρίσει / να αντιστηρίζει / να αντιστηρίσεινα έχουμε αντιστηρίσει / να αντιστηρίζουμε / να αντιστηρίσουμενα έχετε αντιστηρίσει / να αντιστηρίζετε / να αντιστηρίσετενα αντιστηρίζουν / να αντιστηρίζουνε / να αντιστηρίσουν / να αντιστηρίσουνε
Προστακτική—αντιστήριζε / αντιστήρισε——αντιστηρίζετε / αντιστηρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →