Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αντώνυμος

/anˈdo.ni.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αντίθετος Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαντώνυμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αντώνυμος < αντ- + -ώνυμος → δείτε τη λέξη αντώνυμο

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντώνυμοςαντώνυμηαντώνυμο
Γενικήαντώνυμουαντώνυμηςαντώνυμου
Αιτιατικήαντώνυμοαντώνυμηαντώνυμο
Κλητικήαντώνυμεαντώνυμηαντώνυμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαντώνυμοιαντώνυμεςαντώνυμα
Γενικήαντώνυμωναντώνυμωναντώνυμων
Αιτιατικήαντώνυμουςαντώνυμεςαντώνυμα
Κλητικήαντώνυμοιαντώνυμεςαντώνυμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →