ανυπάκουος
•
- που δεν υπακούει Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεπαναστάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανυπάκουος < αν- + υπάκουος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυπάκουος | ανυπάκουη | ανυπάκουο |
| Γενική | ανυπάκουου | ανυπάκουης | ανυπάκουου |
| Αιτιατική | ανυπάκουο | ανυπάκουη | ανυπάκουο |
| Κλητική | ανυπάκουε | ανυπάκουη | ανυπάκουο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυπάκουοι | ανυπάκουες | ανυπάκουα |
| Γενική | ανυπάκουων | ανυπάκουων | ανυπάκουων |
| Αιτιατική | ανυπάκουους | ανυπάκουες | ανυπάκουα |
| Κλητική | ανυπάκουοι | ανυπάκουες | ανυπάκουα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →