Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανυπάκουος

/a.niˈpa.ku.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν υπακούει Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηεπαναστάτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανυπάκουος < αν- + υπάκουος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυπάκουοςανυπάκουηανυπάκουο
Γενικήανυπάκουουανυπάκουηςανυπάκουου
Αιτιατικήανυπάκουοανυπάκουηανυπάκουο
Κλητικήανυπάκουεανυπάκουηανυπάκουο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανυπάκουοιανυπάκουεςανυπάκουα
Γενικήανυπάκουωνανυπάκουωνανυπάκουων
Αιτιατικήανυπάκουουςανυπάκουεςανυπάκουα
Κλητικήανυπάκουοιανυπάκουεςανυπάκουα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →