υπακούω
•
- ακολουθώ τις εντολές, πειθαρχώ στις διαταγές που δέχομαι Βικιλεξικό
- για μηχανήματαλειτουργώ κανονικά και ανταποκρίνομαι στις εντολές του χειριστή Βικιλεξικό
- Ο οδηγός πάτησε φρένο, αλλά το αυτοκίνητο δεν υπάκουσε κι έπεσε πάνω στο προπορευόμενο όχημα.
Ετυμολογία
υπακούω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπακούω < ὑπ(ό) + ἀκούω (υπ- + ακούω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →