υπάκουος
•
- που υπακούει στις υποδείξεις, τις διαταγές ή τους κανόνες κάποιου άλλου Βικιλεξικό
- υπάκουος μαθητής / πολίτης
Ετυμολογία
υπάκουος < ελληνιστική κοινή ὑπακουός με μετακίνηση τόνου
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | υπάκουη / υπάκουος / υπάκουο | υπάκουες / υπάκουοι / υπάκουα |
| Γενική | υπάκουης / υπάκουου / υπάκουου | υπάκουων / υπάκουων / υπάκουων |
| Αιτιατική | υπάκουη / υπάκουο / υπάκουο | υπάκουες / υπάκουους / υπάκουα |
| Κλητική | υπάκουη / υπάκουε / υπάκουο | υπάκουες / υπάκουοι / υπάκουα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →