ανυπερπήδητος
•
- που δεν είναι δυνατόν να υπερπηδηθεί, να να αντιμετωπιστεί Βικιλεξικό
- Συνάντησε ανυπερπήδητα εμπόδια στον αγώνα του για ανεξαρτησία.
Ετυμολογία
ανυπερπήδητος < αν- στερητικό + υπερπηδώ, υπερπηδη- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυπερπήδητος | ανυπερπήδητη | ανυπερπήδητο |
| Γενική | ανυπερπήδητου | ανυπερπήδητης | ανυπερπήδητου |
| Αιτιατική | ανυπερπήδητο | ανυπερπήδητη | ανυπερπήδητο |
| Κλητική | ανυπερπήδητε | ανυπερπήδητη | ανυπερπήδητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανυπερπήδητοι | ανυπερπήδητες | ανυπερπήδητα |
| Γενική | ανυπερπήδητων | ανυπερπήδητων | ανυπερπήδητων |
| Αιτιατική | ανυπερπήδητους | ανυπερπήδητες | ανυπερπήδητα |
| Κλητική | ανυπερπήδητοι | ανυπερπήδητες | ανυπερπήδητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →