υπερπηδώ
•
- κυριολεκτικάπηδώ πάνω από κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπερνικώ δυσκολίες ή εμπόδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υπερπηδώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπερπηδῶ, συνηρημένος τύπος του ὑπερπηδάω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερπηδάω / υπερπηδώ / υπερπηδώμαι | υπερπηδάς | υπερπηδά / υπερπηδάει | υπερπηδάμε / υπερπηδούμε / υπερπηδώμεθα | υπερπηδάσθε / υπερπηδάτε | υπερπηδάν / υπερπηδάνε / υπερπηδούν / υπερπηδούνε / υπερπηδώνται |
| Παρατατικός | υπερπηδούσα | υπερπηδούσες | υπερπηδούσε | υπερπηδούσαμε | υπερπηδούσατε | υπερπηδούσαν / υπερπηδούσανε / υπερπηδόνταν / υπερπηδόντουσαν |
| Αόριστος | υπερπήδησα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα υπερπηδάω / θα υπερπηδήσω / θα υπερπηδώ / θα υπερπηδώμαι | θα υπερπηδάς | θα υπερπηδά / θα υπερπηδάει | θα υπερπηδάμε / θα υπερπηδούμε / θα υπερπηδώμεθα | θα υπερπηδάσθε / θα υπερπηδάτε | θα υπερπηδάν / θα υπερπηδάνε / θα υπερπηδούν / θα υπερπηδούνε / θα υπερπηδώνται |
| Υποτακτική | να υπερπηδάω / να υπερπηδήσω / να υπερπηδώ / να υπερπηδώμαι | να υπερπηδάς | να υπερπηδά / να υπερπηδάει | να υπερπηδάμε / να υπερπηδούμε / να υπερπηδώμεθα | να υπερπηδάσθε / να υπερπηδάτε | να υπερπηδάν / να υπερπηδάνε / να υπερπηδούν / να υπερπηδούνε / να υπερπηδώνται |
| Προστακτική | — | υπερπήδα / υπερπήδαγε | — | — | υπερπηδάσθε / υπερπηδάτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | υπερπηδιέμαι | υπερπηδάσαι | υπερπηδάται | υπερπηδόμαστε | υπερπηδάστε | — |
| Παρατατικός | υπερπηδόμουν | υπερπηδόσουν | υπερπηδόταν | υπερπηδόμασταν | υπερπηδόσασταν | — |
| Αόριστος | υπερπηδήθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα υπερπηδιέμαι | θα υπερπηδάσαι | θα υπερπηδάται | θα υπερπηδόμαστε | θα υπερπηδάστε | — |
| Υποτακτική | να υπερπηδιέμαι | να υπερπηδάσαι | να υπερπηδάται | να υπερπηδόμαστε | να υπερπηδάστε | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | υπερπηδάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →