Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

υπερπηδημένος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι δυνατόν να υπερπηδηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

υπερπηδημένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερπηδώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερπηδημένοςυπερπηδημένηυπερπηδημένο
Γενικήυπερπηδημένουυπερπηδημένηςυπερπηδημένου
Αιτιατικήυπερπηδημένουπερπηδημένηυπερπηδημένο
Κλητικήυπερπηδημένευπερπηδημένηυπερπηδημένο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήυπερπηδημένοιυπερπηδημένεςυπερπηδημένα
Γενικήυπερπηδημένωνυπερπηδημένωνυπερπηδημένων
Αιτιατικήυπερπηδημένουςυπερπηδημένεςυπερπηδημένα
Κλητικήυπερπηδημένοιυπερπηδημένεςυπερπηδημένα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →