Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανωφερής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατευθύνεται ή έχει κλίση προς τα πάνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανωφερής < αρχαία ελληνική ἀνωφερής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανωφερήςανωφερήςανωφερές
Γενικήανωφερούςανωφερούςανωφερούς
Αιτιατικήανωφερήανωφερήανωφερές
Κλητικήανωφερή / ανωφερήςανωφερήςανωφερές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανωφερείςανωφερείςανωφερή
Γενικήανωφερώνανωφερώνανωφερών
Αιτιατικήανωφερείςανωφερείςανωφερή
Κλητικήανωφερείςανωφερείςανωφερή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →