αξεμάτιαστος
•
- που δεν τον έχουν ξεματιάσει ή δεν μπορούν να τον ξεματιάσουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αξεμάτιαστος < α- στερητικό + (ξεματιάζω) ξεματιασ- + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξεμάτιαστος | αξεμάτιαστη | αξεμάτιαστο |
| Γενική | αξεμάτιαστου | αξεμάτιαστης | αξεμάτιαστου |
| Αιτιατική | αξεμάτιαστο | αξεμάτιαστη | αξεμάτιαστο |
| Κλητική | αξεμάτιαστε | αξεμάτιαστη | αξεμάτιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αξεμάτιαστοι | αξεμάτιαστες | αξεμάτιαστα |
| Γενική | αξεμάτιαστων | αξεμάτιαστων | αξεμάτιαστων |
| Αιτιατική | αξεμάτιαστους | αξεμάτιαστες | αξεμάτιαστα |
| Κλητική | αξεμάτιαστοι | αξεμάτιαστες | αξεμάτιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →