Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευνοιοκρατία

/e.vni.o.kɾaˈti.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διαφθοράη μεροληπτική προτίμηση και προώθηση σε ανώτερες θέσεις και αξιώματα ανθρώπων που επιθυμεί ο εκάστοτε υπεύθυνος, συγγενών του ή ευνοουμένων του, χωρίς να στηρίζονται και να προτιμώνται οι άξιοι και οι ικανοί Βικιλεξικό
    • Η ευνοιοκρατία στην πολιτική ζωή συνδέεται άρρηκτα με την ευνοιοκρατία στα Πανεπιστήμια (ας αναζητήσουν οι δημοσιογράφοι ποιοι γιοι, κόρες, συγγενείς, παρατρεχάμενοι υπουργών και βουλευτών έγιναν διδάκτορες, πήραν μετεγγραφή κ.λπ.) (*)

Ετυμολογία

ευνοιοκρατία < εύνοια + -ο- + -κρατία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική favoritisme)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευνοιοκρατίαευνοιοκρατίες
Γενικήευνοιοκρατίαςευνοιοκρατιών
Αιτιατικήευνοιοκρατίαευνοιοκρατίες
Κλητικήευνοιοκρατίαευνοιοκρατίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →